στυπόχαρτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στυπόχαρτο στυπόχαρτα
γενική στυπόχαρτου στυπόχαρτων
αιτιατική στυπόχαρτο στυπόχαρτα
κλητική στυπόχαρτο στυπόχαρτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στυπόχαρτο < στουπόχαρτο < στουπί + -ο- + χαρτί + -ο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στυπόχαρτο ουδέτερο

  1. χαρτί ή εξάρτημα που απορροφά την μελάνη από ένα πρόσφατα γραμμένο χειρόγραφο κείμενο
  2. (μεταφορικά) τα χαρτονομίσματα (συνήθως μεγάλης αξίας)
    δήθεν υποτιμητικό, συνήθως στυπόχαρτα αποκαλεί τα χρήματα φλύαρο άτομο που υπεραγαπά τα λεφτά αλλά υποστηρίζει ότι δεν έχουν αξία διότι λέει έχει πολλά (εκφράζοντας έμμεσα πικρία που έχει λιγότερα απ' όσα επιθυμούσε), ψευδοϋποτιμητικό ουσιαστικό που υποκρύπτει δεύτερη σκέψη

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]