στυτική δυσλειτουργία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στυτική δυσλειτουργία < → δείτε τις λέξεις στυτικός και δυσλειτουργία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική erectile dysfunction)
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]στυτική δυσλειτουργία θηλυκό
- (ιατρική) επίμονη ή επαναλαμβανόμενη αδυναμία επίτευξης ή διατήρησης στύσης ικανής για ικανοποιητική σεξουαλική επαφή
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στυτική δυσλειτουργία