στυφός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στυφός στυφή στυφό
γενική στυφού στυφής στυφού
αιτιατική στυφό στυφή στυφό
κλητική στυφέ στυφή στυφό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στυφοί στυφές στυφά
γενική στυφών στυφών στυφών
αιτιατική στυφούς στυφές στυφά
κλητική στυφοί στυφές στυφά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στυφός < ελληνιστική κοινή στυφός < στύφω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στυφός, -ή, -ό

  1. που η γεύση του με αναγκάζει να σουφρώσω τα χείλια και μου προκαλεί πρόσκαιρη ξηρότητα
  2. (μεταφορικά) που δημιουργεί άσχημα συναισθήματα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]