στωικισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στωικισμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στωικισμός αρσενικό

  1. η φιλοσοφία των αρχαίων στωικών
  2. το να είναι κάποιος απαθής, ατάραχος στη ζωή του


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]