στόλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στόλος στόλοι
γενική στόλου στόλων
αιτιατική στόλο στόλους
κλητική στόλε στόλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στόλος < αρχαία ελληνική στόλος < στέλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στόλος αρσενικό

  1. σύνολο πλοίων υπό την ίδια σημαία
    ο εμπορικός στόλος της Ελλάδας
    η ναυτική σύγκρουση μεταξύ των δύο στόλων
  2. μεγάλη μονάδα του πολεμικού ναυτικού που περιλαμβάνει το σύνολο των πλοίων που επιχειρούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή
    ο αμερικανικός 6ος στόλος
  3. σύνολο οχημάτων ή αεροσκαφών της ίδιας ιδιοκτησίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στόλος στόλω στόλοι
Γενική στόλου στόλοιν στόλων
Δοτική στόλ στόλοιν στόλοις
Αιτιατική στόλον στόλω στόλους
Κλητική στόλε στόλω στόλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στόλος < στέλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στόλος αρσενικό

  1. εφοδιασμός για πολεμικές επιχειρήσεις σε ξηρά ή θάλασσα
    1. εξοπλισμός, οπλισμός
      1. στρατιά
      2. (ναυτικός όρος) στόλος, θαλάσσια δύναμη
        οὐ πολλῷ στόλῳ: με ένα μόνο πλοίο
  2. ταξίδι, οδοιπορία
    1. αποστολή (η αιτία του ταξιδιού)
  3. (αθλητισμός) (περίφραση) παγκρατίου στόλος, συνώνυμο της λέξης παγκράτιον
  4. (ναυτικός όρος) έμβολο πλοίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]