στόρι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | στόρι | τα | στόρια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | στόρι | τα | στόρια |
| κλητική | στόρι | στόρια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
- στόρι < (λόγιο δάνειο) γαλλική store + -ι < λατινική storea < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sterh₃- (πβ. αρχαία ελληνική στόρνυμι)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στόρι ουδέτερο (συνήθως στον πληθυντικό: στόρια)
- παντζούρι με γρίλιες που κλείνει και ανοίγει κάθετα
- εσωτερικό διαχωριστικό πίσω από τζαμαρία
Γείρε λίγο το αριστερό στόρι για να βλέπω δίπλα τι γίνεται.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- στορ (άκλιτο)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στόρι
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- στόρι < (άμεσο δάνειο) αγγλική story < λατινική historia < αρχαία ελληνική ἱστορία < ἵστωρ < πρωτοελληνική *wístōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wéydtōr (γνώστης, σοφός) < *weyd- (βλέπω, οἶδα)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στόρι ουδέτερο άκλιτο
- (οικείο, λογοτεχνικό, κινηματογράφος) ο βασικός άξονας της αφήγησης σε ταινία, σίριαλ ή άλλο καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό έργο, δηλαδή η πλοκή που οργανώνει τα γεγονότα και καθορίζει την εξέλιξη των χαρακτήρων
- ※ Δεν θα πούμε πολλά για το στόρι της ταινίας, καθώς παίζεται αυτές τις μέρες στα σινεμά. Θα πούμε, όμως, πως μέσα από τη διαδρομή του ήρωα φανερώνονται βαθιές αλήθειες: τόσο για τη γονεϊκή σχέση πατέρα–γιου όσο και για την ουσιαστική σχέση (που φέρει στοιχεία και της πρώτης) καθηγητή–μαθητή. (www.efsyn.gr, 15.01.2024)
- (νεολογισμός, διαδίκτυο) προσωρινή οπτικοακουστική αφήγηση ή ενημέρωση σε μορφή σύντομης σειράς εικόνων ή βίντεο, συχνά με φίλτρα, stickers ή κείμενο, που διαρκεί έως περίπου 24 ώρες, πριν εξαφανιστεί, και δημιουργεί αίσθηση αυθεντικότητας και επείγοντος
- ※ Ανεβάζω ένα στόρι στο Instagram, όπου γνωστοποιώ τη λήξη του πειράματος. Όσα άτομα ξέρουν γι’ αυτό στέλνουν επιφωνήματα έκπληξης, ρωτώντας πόσο δύσκολο είναι ή πώς αντέχει κανείς χωρίς ζάχαρη. (www.kathimerini.gr, 27.03.2024)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- στόρι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- στόρι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- στόρι - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ι (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Οικείοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά)
- Κινηματογράφος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
- Διαδίκτυο (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)