στόχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στόχος στόχοι
γενική στόχου στόχων
αιτιατική στόχο στόχους
κλητική στόχε στόχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στόχος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στόχος αρσενικό

  1. σκοπός
  2. αυτό που θέλει κάποιος να συνατήσει η ρίψη του
  3. παιχνίδι αντικείμενο σκοποβολίας

32πχ Μεταφράσεις[]