συγγενείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

συγγενείς αρσενικό ή θηλυκό

  1. συγγενής, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού

ρήση[επεξεργασία]

  • «φίλοι ου πάντες οι ξυγγενείς, αλλ΄ οι συμφωνέοντες περί του συμφέροντος», Δημόκριτος «Ηθική»