συγγενείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

συγγενείς αρσενικό ή θηλυκό

ρήση[επεξεργασία]

  • «φίλοι ου πάντες οι ξυγγενείς, αλλ΄ οι συμφωνέοντες περί του συμφέροντος», Δημόκριτος «Ηθική»