Μετάβαση στο περιεχόμενο

συγγράψει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συγγράψει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγγράφω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγράφω
  3. θα συγγράψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγγράφω