Μετάβαση στο περιεχόμενο

συγγραφούν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συγγραφούν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγγράφομαι
  2. θα συγγραφούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγγράφομαι