Μετάβαση στο περιεχόμενο

συγκαλά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συγκαλά < συγ- + καλά, πληθυντικός αριθμός του καλό[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siŋ.gaˈla/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συγκαλά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συγκαλά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό (ελλειπτικό ουσιαστικό)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. συγκαλά - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. συγκαλά -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  • συγκαλά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)