συγκαλύψεις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]συγκαλύψεις
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλύπτω
- θα συγκαλύψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγκαλύπτω
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]συγκαλύψεις θηλυκό
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκάλυψη