συγκαταβατικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]συγκαταβατικά < συγκαταβατικός
Επίρρημα
[επεξεργασία]συγκαταβατικά (τροπικό)
- με συγκατάβαση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συγκαταβατικά
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]συγκαταβατικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συγκαταβατικό