συγκεκαλυμμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική συγκεκαλυμμένος συγκεκαλυμμένη συγκεκαλυμμένο
γενική συγκεκαλυμμένου συγκεκαλυμμένης συγκεκαλυμμένου
αιτιατική συγκεκαλυμμένο συγκεκαλυμμένη συγκεκαλυμμένο
κλητική συγκεκαλυμμένε συγκεκαλυμμένη συγκεκαλυμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγκεκαλυμμένοι συγκεκαλυμμένες συγκεκαλυμμένα
γενική συγκεκαλυμμένων συγκεκαλυμμένων συγκεκαλυμμένων
αιτιατική συγκεκαλυμμένους συγκεκαλυμμένες συγκεκαλυμμένα
κλητική συγκεκαλυμμένοι συγκεκαλυμμένες συγκεκαλυμμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκεκαλυμμένος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συγκεκαλυμμένος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]