συγκεντρωτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συγκεντρωτικός συγκεντρωτική συγκεντρωτικό
γενική συγκεντρωτικού συγκεντρωτικής συγκεντρωτικού
αιτιατική συγκεντρωτικό συγκεντρωτική συγκεντρωτικό
κλητική συγκεντρωτικέ συγκεντρωτική συγκεντρωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγκεντρωτικοί συγκεντρωτικές συγκεντρωτικά
γενική συγκεντρωτικών συγκεντρωτικών συγκεντρωτικών
αιτιατική συγκεντρωτικούς συγκεντρωτικές συγκεντρωτικά
κλητική συγκεντρωτικοί συγκεντρωτικές συγκεντρωτικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκεντρωτικός < συγκεντρώνω

Επίθετο[επεξεργασία]

συγκεντρωτικός, -ή, -ό

  1. που συγκεντρώνει κάτι (πχ παράλληλες ακτίνες φωτός) σε ένα σημείο
    συγκεντρωτικός φακός
  2. που συγκεντρώνει στοιχεία από διάφορες πηγές και τα παρουσιάζει συνολικά
    στο τέλος του μήνα η επιχείρηση πρέπει να υποβάλλει συγκεντρωτική κατάσταση των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε
  3. που συγκεντρώνει αρμοδιότητες και εξουσίες σε ένα πρόσωπο ή ομάδα ή κέντρο διοίκησης και λήψης αποφάσεων
    συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό κράτος
     αντώνυμα: αποκεντρωτικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]