συγκεχυμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: συγχυσμένος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συγκεχυμένος συγκεχυμένη συγκεχυμένο
γενική συγκεχυμένου συγκεχυμένης συγκεχυμένου
αιτιατική συγκεχυμένο συγκεχυμένη συγκεχυμένο
κλητική συγκεχυμένε συγκεχυμένη συγκεχυμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγκεχυμένοι συγκεχυμένες συγκεχυμένα
γενική συγκεχυμένων συγκεχυμένων συγκεχυμένων
αιτιατική συγκεχυμένους συγκεχυμένες συγκεχυμένα
κλητική συγκεχυμένοι συγκεχυμένες συγκεχυμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκεχυμένος < αρχαία ελληνική συγκεχυμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγχέω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siŋ.ɟε.çiˈmε.nɔs/

Μετοχή[επεξεργασία]

συγκεχυμένος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]