συγκινημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκινημένος < → λείπει η ετυμολογία

Μετοχή[επεξεργασία]

συγκινημένος

  1. αυτός που έχει συγκινηθεί

Μεταφράσεις[επεξεργασία]