Μετάβαση στο περιεχόμενο

συγκληθεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συγκληθεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκαλούμαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλούμαι
  3. θα συγκληθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγκαλούμαι