συγκληθεί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]συγκληθεί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγκαλούμαι
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγκαλούμαι
- θα συγκληθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγκαλούμαι