συγκλονίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκλονίζω < αρχαία ελληνική συγκλονῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

συγκλονίζω (παθητική φωνή: συγκλονίζομαι)

Ο θάνατος της θείας που με μεγάλωσε ήταν αναπάντεχος και με συγκλόνισε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]