συγκλονίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκλονίζω < αρχαία ελληνική συγκλονῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συγκλονίζω (παθητική φωνή: συγκλονίζομαι)

  1. προκαλώ έντονη ψυχική αναστάτωση
    Ο θάνατος της θείας που με μεγάλωσε ήταν αναπάντεχος και με συγκλόνισε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]