συγκρατημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συγκρατημένος συγκρατημένη συγκρατημένο
γενική συγκρατημένου συγκρατημένης συγκρατημένου
αιτιατική συγκρατημένο συγκρατημένη συγκρατημένο
κλητική συγκρατημένε συγκρατημένη συγκρατημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγκρατημένοι συγκρατημένες συγκρατημένα
γενική συγκρατημένων συγκρατημένων συγκρατημένων
αιτιατική συγκρατημένους συγκρατημένες συγκρατημένα
κλητική συγκρατημένοι συγκρατημένες συγκρατημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκρατημένος < συγκρατώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συγκρατημένος, -η, -ο


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]