συγκρητισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συγκρητισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική syncrétisme < ελληνιστική κοινή συγκρητισμός (συμμαχία κρητικών πόλεων)[1] < συγκρητίζω < σύν (συγ-) + Κρής
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /siŋ.ɡɾi.tiˈzmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συ‐γκρη‐τι‐σμός
- παλιότερος συλλαβισμός : συγ‐κρη‐τι‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]συγκρητισμός αρσενικό
- ανάμειξη
- (θρησκεία, ιστορία) η συγχώνευση στοιχείων από ελληνορωμαϊκές και ανατολικές λατρείες κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή
- ※ Το ελληνικό πάνθεο δέχθηκε εκείνη την εποχή περισσότερους ξένους θεούς από ό,τι ποτέ άλλοτε... Από την άλλη πλευρά, οι βάρβαροι όχι μόνο δέχθηκαν και αυτοί τους θεούς των Ελλήνων, αλλά και συγχώνευσαν πολλούς από τους δικούς τους θεούς με τους θεούς των Ελλήνων. Ήταν μια εποχή αναρχικού συγκρητισμού. (Αναστάσιος-Φοίβος Χρηστίδης, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 542)
- (φιλοσοφία, πολιτική) η ανάμειξη διαφορετικών ή ανόμοιων φιλοσοφικών θεωριών ή πολιτικών
- (γλωσσολογία) η ανάμειξη ή συγχώνευση καταλήξεων διαφορετικών κλίσεων σ' έναν τύπο
Συγγενικά
[επεξεργασία]- συγκρητικός
- συγκρητιστικός
- → δείτε τις λέξεις συν και Κρήτη
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συγκρητισμός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ συγκρητισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | συγκρητισμός | οἱ | συγκρητισμοί | ||||
| γενική | τοῦ | συγκρητισμοῦ | τῶν | συγκρητισμῶν | ||||
| δοτική | τῷ | συγκρητισμῷ | τοῖς | συγκρητισμοῖς | ||||
| αιτιατική | τὸν | συγκρητισμόν | τοὺς | συγκρητισμούς | ||||
| κλητική ὦ! | συγκρητισμέ | συγκρητισμοί | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | συγκρητισμώ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | συγκρητισμοῖν | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συγκρητισμός (ελληνιστική κοινή) < συγκρητίζω + -ισμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]συγκρητισμός, -οῦ αρσενικό (ελληνιστική κοινή)
- (στην Κρήτη) συνασπισμός δύο αντιμαχόμενων κοινωνικών ομάδων εναντίον ενός τρίτου κοινού εχθρού
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Ἠθικά Περὶ φιλαδελφίας, Section 19, 490b @scaife.perseus
- φεύγειν δὲ τοὺς ἐχθροὺς καὶ μὴ προσδέχεσθαι, μιμούμενον αὐτὸ γοῦν τοῦτο τὸ Κρητῶν, οἳ πολλάκις στασιάζοντες ἀλλήλοις καὶ πολεμοῦντες, ἔξωθεν ἐπιόντων πολεμίων διελύοντο καὶ συνίσταντο· καὶ τοῦτʼ ἦν ὁ καλούμενος ὑπʼ αὐτῶν συγκρητισμός.
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Ἠθικά Περὶ φιλαδελφίας, Section 19, 490b @scaife.perseus
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- συγκρητισμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα συγ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Φιλοσοφία (νέα ελληνικά)
- Πολιτική (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις οξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -ισμός (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)