συγκροτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκροτώ < αρχαία ελληνική συγκροτέω, -ῶ < σύν + κροτέω < κρότος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συγκροτώ

  1. σχηματίζω ένα οργανωμένο σύνολο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]