συγκροτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκροτώ < αρχαία ελληνική συγκροτέω, -ῶ < σύν + κροτέω < κρότος

Ρήμα[επεξεργασία]

συγκροτώ


Μεταφράσεις[επεξεργασία]