συγυρίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συγυρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συγυρίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε συ- + γυρίζω. Κατά μία άποψη, το ρήμα γυρίζω εδώ σημαίνει «διαπομπεύω, περιφέρω πρόσωπο για διαπόμπευση»[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /si.ʝiˈɾi.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συ‐γυ‐ρί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]συγυρίζω, παθ.φωνή: συγυρίζομαι
- τακτοποιώ αντικείμενα, περιορίζω την ακαταστασία
- ※ Δημήτρης Κολλάτος, Οι ελιές
- Σκέφτηκε να μαζέψει, να συγυρίσει τα ρούχα του, που τα είχε πετάξει κάτω.
- ≈ συνώνυμα: διευθετώ, ευτρεπίζω, συμμαζεύω
- ※ Δημήτρης Κολλάτος, Οι ελιές
- (μεταφορικά) τιμωρώ
- (παθητική φωνή) συγυρίζομαι: φροντίζω τον εαυτό μου, την εξωτερική μου εμφάνιση
Συγγενικά
[επεξεργασία]- συγύρισμα
- συγυρίστρα
- → δείτε τις λέξεις συν και γύρος
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | συγυρίζω | συγύριζα | θα συγυρίζω | να συγυρίζω | συγυρίζοντας | |
| β' ενικ. | συγυρίζεις | συγύριζες | θα συγυρίζεις | να συγυρίζεις | συγύριζε | |
| γ' ενικ. | συγυρίζει | συγύριζε | θα συγυρίζει | να συγυρίζει | ||
| α' πληθ. | συγυρίζουμε | συγυρίζαμε | θα συγυρίζουμε | να συγυρίζουμε | ||
| β' πληθ. | συγυρίζετε | συγυρίζατε | θα συγυρίζετε | να συγυρίζετε | συγυρίζετε | |
| γ' πληθ. | συγυρίζουν(ε) | συγύριζαν συγυρίζαν(ε) |
θα συγυρίζουν(ε) | να συγυρίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | συγύρισα | θα συγυρίσω | να συγυρίσω | συγυρίσει | ||
| β' ενικ. | συγύρισες | θα συγυρίσεις | να συγυρίσεις | συγύρισε | ||
| γ' ενικ. | συγύρισε | θα συγυρίσει | να συγυρίσει | |||
| α' πληθ. | συγυρίσαμε | θα συγυρίσουμε | να συγυρίσουμε | |||
| β' πληθ. | συγυρίσατε | θα συγυρίσετε | να συγυρίσετε | συγυρίστε | ||
| γ' πληθ. | συγύρισαν συγυρίσαν(ε) |
θα συγυρίσουν(ε) | να συγυρίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω συγυρίσει | είχα συγυρίσει | θα έχω συγυρίσει | να έχω συγυρίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις συγυρίσει | είχες συγυρίσει | θα έχεις συγυρίσει | να έχεις συγυρίσει | έχε συγυρισμένο | |
| γ' ενικ. | έχει συγυρίσει | είχε συγυρίσει | θα έχει συγυρίσει | να έχει συγυρίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε συγυρίσει | είχαμε συγυρίσει | θα έχουμε συγυρίσει | να έχουμε συγυρίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε συγυρίσει | είχατε συγυρίσει | θα έχετε συγυρίσει | να έχετε συγυρίσει | έχετε συγυρισμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν συγυρίσει | είχαν συγυρίσει | θα έχουν συγυρίσει | να έχουν συγυρίσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) συγυρισμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) συγυρισμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) συγυρισμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) συγυρισμένο | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Πηγές
[επεξεργασία]- συγυρίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- συγυρίζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα συ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)