Μετάβαση στο περιεχόμενο

συγυρίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συγυρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική συγυρίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε συ- + γυρίζω. Κατά μία άποψη, το ρήμα γυρίζω εδώ σημαίνει «διαπομπεύω, περιφέρω πρόσωπο για διαπόμπευση»[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /si.ʝiˈɾi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συγυρίζω

συγυρίζω, παθ.φωνή: συγυρίζομαι

  1. τακτοποιώ αντικείμενα, περιορίζω την ακαταστασία
      Δημήτρης Κολλάτος, Οι ελιές
    Σκέφτηκε να μαζέψει, να συγυρίσει τα ρούχα του, που τα είχε πετάξει κάτω.
     συνώνυμα: διευθετώ, ευτρεπίζω, συμμαζεύω
  2. (μεταφορικά) τιμωρώ
     συνώνυμα: εγκαλώ, επιπλήττω, κατσαδιάζω
  3. (παθητική φωνή) συγυρίζομαι: φροντίζω τον εαυτό μου, την εξωτερική μου εμφάνιση
     συνώνυμα: ευτρεπίζομαι

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.