συγυρισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συγυρισμένος συγυρισμένη συγυρισμένο
γενική συγυρισμένου συγυρισμένης συγυρισμένου
αιτιατική συγυρισμένο συγυρισμένη συγυρισμένο
κλητική συγυρισμένε συγυρισμένη συγυρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγυρισμένοι συγυρισμένες συγυρισμένα
γενική συγυρισμένων συγυρισμένων συγυρισμένων
αιτιατική συγυρισμένους συγυρισμένες συγυρισμένα
κλητική συγυρισμένοι συγυρισμένες συγυρισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγυρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγυρίζω, συγυρίζομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συγυρισμένος, -η, -ο

  1. {{βλ|συγυρίζω]], [[συγυρίζομαι}}

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]