συγχαρείτε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]συγχαρείτε
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω
- θα συγχαρείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγχαίρω
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συγχαίρω