Μετάβαση στο περιεχόμενο

συγχρηματοδοτηθεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συγχρηματοδοτηθεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι
  3. θα συγχρηματοδοτηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συγχρηματοδοτούμαι