συγχρονικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συγχρονικός συγχρονική συγχρονικό
γενική συγχρονικού συγχρονικής συγχρονικού
αιτιατική συγχρονικό συγχρονική συγχρονικό
κλητική συγχρονικέ συγχρονική συγχρονικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγχρονικοί συγχρονικές συγχρονικά
γενική συγχρονικών συγχρονικών συγχρονικών
αιτιατική συγχρονικούς συγχρονικές συγχρονικά
κλητική συγχρονικοί συγχρονικές συγχρονικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγχρονικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική synchronique < synchrone(e) (σύγχρον(ος)) + -ique (-ικός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συγχρονικός

  1. που συμπίπτει χρονικά, ο συγχρονισμένος
  2. που τεκμαίρεται ή προκύπτει με αναγωγή στο παρόν/τώρα/σήμερα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]