συγχυσμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : συγκεχυμένος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συγχυσμένος συγχυσμένη συγχυσμένο
γενική συγχυσμένου συγχυσμένης συγχυσμένου
αιτιατική συγχυσμένο συγχυσμένη συγχυσμένο
κλητική συγχυσμένε συγχυσμένη συγχυσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγχυσμένοι συγχυσμένες συγχυσμένα
γενική συγχυσμένων συγχυσμένων συγχυσμένων
αιτιατική συγχυσμένους συγχυσμένες συγχυσμένα
κλητική συγχυσμένοι συγχυσμένες συγχυσμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγχυσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγχύζω < μεσαιωνική ελληνική συγχύζω < σύγχυσις < αρχαία ελληνική συγχέω < σύν + χέω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συγχυσμένος, -η, -ο

  1. που είναι ταραγμένος τόσο πολύ ώστε τα χάνει, νιώθει σύγχυση, καταστενοχωρημένος, σκασμένος
  2. συγκεχυμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]