Μετάβαση στο περιεχόμενο

συδαυλιστεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συδαυλιστεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συδαυλίζομαι
  3. θα συδαυλιστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συδαυλίζομαι