Μετάβαση στο περιεχόμενο

συκοφαντηθεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συκοφαντηθεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συκοφαντούμαι
  3. θα συκοφαντηθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συκοφαντούμαι