Μετάβαση στο περιεχόμενο

συλλάβει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συλλάβει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνω
  3. θα συλλάβει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνω