συλλέκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συλλέκτης < αρχαία ελληνική συλλέκτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συλλέκτης αρσενικό(θηλυκό συλλέκτρια)

  1. κάτι ή κάποιος που συλλέγει
    • πρόσωπο που μαζεύει πράγματα
      • επαγγελματικά
        συλλέκτης καρπών
      • ερασιτεχνικά ή για χόμπι
        συλλέκτης συλλέκτης
        συλλέκτης δίσκων βινυλίου
    • αντικείμενο ή μηχανισμός που χρησιμοποιείται για συλλογή
    ηλιακός συλλέκτης
    συλλέκτης λυμάτων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]