συλλαβή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συλλαβή συλλαβές
γενική συλλαβής συλλαβών
αιτιατική συλλαβή συλλαβές
κλητική συλλαβή συλλαβές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συλλαβή < αρχαία ελληνική συλλαβή. Συγχρονικά αναλύεται σε συλ- (συν-) < αρχαία ελληνική λαβή < λαμβάνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.la.ˈvi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συλλαβή θηλυκό

  1. (γλωσσολογία, γραμματική) το τμήμα της λέξης που τα στοιχεία του προφέρονται μαζί και ακούγονται σαν ένας φθόγγος. Στην ελληνική γλώσσα ποτελείται τουλάχιστον από ένα φωνήεν ή δίφθογγο, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με ένα ή περισσότερα σύμφωνα. Μια λέξη έχει τουλάχιστον μια συλλαβή
    η λέξη "αδρανής" έχει τρεις συλλαβές: α-δρα-νης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική συλλαβή συλλαβά συλλαβαί
Γενική συλλαβῆς συλλαβαῖν συλλαβῶν
Δοτική συλλαβ συλλαβαῖν συλλαβαῖς
Αιτιατική συλλαβήν συλλαβά συλλαβάς
Κλητική συλλαβή συλλαβά συλλαβαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συλλαβή < συλ- (συν-) + λαβή < θέμα λαβ- από το ρήμα λαμβάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συλλᾰβή θηλυκό συλλᾰβή

  1. σύλληψη, εγκυμοσύνη
  2. ζώνη, δεσμός
  3. (αθλητισμός, πάλη) λαβή
  4. (γραμματική) συλλαβή

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]