συλλαβισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο συλλαβισμός οι συλλαβισμοί
γενική του συλλαβισμού των συλλαβισμών
αιτιατική τον συλλαβισμό τους συλλαβισμούς
κλητική συλλαβισμέ συλλαβισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συλλαβισμός < (συλλαβίζω) συλλαβισ- + -μός, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική syllabation < αρχαία ελληνική συλλαβή[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.la.viˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συλλαβισμός αρσενικό, συλ-λα-βι-σμός

  1. (γραμματική) η διαίρεση μιας λέξης σε συλλαβές στη γραπτή της μορφή ή η εκφώνησή τους
    ο συλλαβισμός της λέξης «κατάσταση» παριστάνεται με τις συλλαβές χωρισμένες από ενωτικά: «κα-τά-στα-ση»
    • συλλαβιστική ικανότητα: Ο νεαρός μαθητής κατείχε άψογα τον συλλαβισμό.
  2. (συνεκδοχικά) η ανάγνωση με δυσκολία που δείχνει πως αυτός που διαβάζει δυσκολεύεται να διαβάσει και προσπαθεί να συλλαβίσει τις λέξεις
    δείτε τη λέξη: κομπιάζω

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

είδη συλλαβισμού:

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]