Μετάβαση στο περιεχόμενο

συλλογή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συλλογή οι συλλογές
      γενική της συλλογής των συλλογών
    αιτιατική τη συλλογή τις συλλογές
     κλητική συλλογή συλλογές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συλλογή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συλλογή (συγκέντρωση) < συλλέγω < (σύν) συλ- + λέγω (με τη σημασία: συλλέγω, συγκεντρώνω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική collection

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /si.loˈʝi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συλλογή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

συλλογή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συλλέγω
    1. η συγκέντρωση πραγμάτων
      παράδειγμα  με τη συλλογή των σκουπιδιών θα ασχοληθούμε αύριο
      παράδειγμα  για τη συλλογή όλων των στοιχείων θα χρειαστούν τρεις υπάλληλοι
    2. η συστηματική συγκέντρωση ομοειδών πραγμάτων
      παράδειγμα  ασχολείται με τη συλλογή έργων τέχνης
    3. (συνεκδοχικά) τα συστηματικά συγκεντρωμένα ομοειδή πράγματα
        Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: ... β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο (Νόμος 4619, 2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)
  2. σκέψη που επανέρχεται, που με απασχολεί
    παράδειγμα  βυθίζομαι σε συλλογή
     δείτε και τη λέξη περισυλλογή

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη συλλέγω

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

για συλλογές κειμένων:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]