συλλογή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συλλογή < αρχαία ελληνική συλλογή < συλλέγω < σύν + λέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συλλογή θηλυκό

  • η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συλλέγω
    1. η συγκέντρωση πραγμάτων
      • με τη συλλογή των σκουπιδιών θα ασχοληθούμε αύριο
      • για τη συλλογή όλων των στοιχείων θα χρειαστούν τρεις υπάλληλοι
    2. η συστηματική συγκέντρωση ομοειδών πραγμάτων
      • ασχολείται με τη συλλογή έργων τέχνης
    3. (συνεκδοχικά) τα συστηματικά συγκεντρωμένα ομοειδή πράγματα
      • είχε μια τεράστια συλλογή από πεταλούδες

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • κειμένων, σπαραγμάτων, βιβλίων: απάνθισμα (συνήθως για βιβλία), ανάλεκτα (συνήθως για μικρά κείμενα ή φράσεις)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]