συλλυπηθείτε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]συλλυπηθείτε
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
- θα συλλυπηθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλυπούμαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι