Μετάβαση στο περιεχόμενο

συλλυπηθούν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συλλυπηθούν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλυπούμαι
  2. θα συλλυπηθούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλυπούμαι