Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμαζώξει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συμαζώξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαζώνω
  3. θα συμαζώξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμμαζώνω