συμβολικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: συμβολαιακός, συμβολιστικός, συμβουλευτικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συμβολικός συμβολική συμβολικό
γενική συμβολικού συμβολικής συμβολικού
αιτιατική συμβολικό συμβολική συμβολικό
κλητική συμβολικέ συμβολική συμβολικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμβολικοί συμβολικές συμβολικά
γενική συμβολικών συμβολικών συμβολικών
αιτιατική συμβολικούς συμβολικές συμβολικά
κλητική συμβολικοί συμβολικές συμβολικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβολικός < ελληνιστική κοινή συμβολικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική symbolique)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /simvɔliˈkɔs/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συμ‐βο‐λι‐κός

Επίθετο[επεξεργασία]

συμβολικός, -ή, -ό

  1. που αποτελεί σύμβολο ή το χρησιμοποιεί
  2. που συμβολίζει, εκφράζει ή αποδεικνύει κάτι
  3. (ουσιαστικοποιημένο) συμβολική

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]