συμβόλαιον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβόλαιον < αρχαία ελληνική συμβόλαιον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμβόλαιον ουδέτερο



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβόλαιον < συμβόλαιος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμβόλαιον ουδέτερο

  1. σύμβολο, γνώρισμα
  2. ενδεικτικό σύμπτωμα
  3. προφορική αναγνώριση οφειλής
  4. έγγραφη αναγνώριση οφειλής
  5. δάνειο
  6. δοσοληψία, εμπορική συναλλαγή
  7. κοινωνικό ή πολιτικό δικαίωμα ή υποχρέωση