συμμέτοχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η συμμέτοχος οι συμμέτοχοι
      γενική του/της συμμετόχου
& συμμέτοχου
των συμμετόχων
    αιτιατική τον/τη συμμέτοχο τους/τις συμμετόχους
& συμμέτοχους
     κλητική συμμέτοχε συμμέτοχοι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμμέτοχος < ελληνιστική κοινή. Συγχρονικά αναλύεται σε συμ- + μέτοχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμμέτοχος αρσενικό ή θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]