συμμαζεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμμαζεύω < συν- + μαζεύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συμμαζεύω , πρτ.: συμμάζευα, στ.μέλλ.: θα συμμαζέψω, αόρ.: συμμάζεψα, παθ.φωνή: συμμαζεύομαι, μτχ.π.π.: συμμαζεμένος

  1. (κυριολεκτικά) συγκεντρώνω σε ένα σημείο σκόρπια πράγματα
     συνώνυμα: μαζεύω
  2. (κατ’ επέκταση) τακτοποιώ ένα χώρο, ξεκαθαρίζοντας και βάζοντας σε τάξη τα πράγματα που βρίσκονται μέσα σε αυτόν
     συνώνυμα: συγυρίζω, διευθετώ
  3. μειώνω την έκταση ή τις διαστάσεις ενός πράγματος
  4. «υιοθετώ» και προστατεύω ένα απροστάτευτο πλάσμα
  5. (μεταφορικά) συγκρατώ, βάζω περιορισμούς σε κάποιον και περιορίζω τη συμπεριφορά του κυρίως

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]