συμμαχήσει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]συμμαχήσει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμαχώ
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμαχώ
- θα συμμαχήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμμαχώ