συμμερίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμμερίζομαι < ελληνιστική κοινή συμμερίζομαι, παθητική φωνή του ρήματος συμμερίζω < μερίζω < μέρος

Ρήμα[επεξεργασία]

συμμερίζομαι

  1. συμμετέχω, δέχομαι κάτι μαζί με κάποιους άλλους
  2. συμφωνώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]