συμμορία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμμορία συμμορίες
γενική συμμορίας συμμοριών
αιτιατική συμμορία συμμορίες
κλητική συμμορία συμμορίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμμορία < αρχαία ελληνική συμμορία < σύν + μόρα + -ία < μείρομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)mer- (εκχωρώ, κατανέμω, μοιράζω) (1.2 (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική bande)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.mɔ.ˈri.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμμορία θηλυκό

  1. ομάδα κακοποιών που οργανωμένα και συνήθως βίαια και ανήθικα προσπαθούν για την επίτευξη των κακοποιών στόχων τους
  2. (νομικός όρος) ομάδα τριών τουλάχιστον κακοποιών που οργανωμένα και συνήθως βίαια προσπαθούν για την επίτευξη των κακοποιών στόχων τους
  3. (μεταφορικά) (ειρωνικά) ομάδα παλιόπαιδων
  4. (ιστορία) (οικονομία) (αρχαία Αθήνα) φορολογική ομάδα Αθηναίων πολιτών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]