συμπαραγωγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμπαραγωγός συμπαραγωγοί
γενική συμπαραγωγού συμπαραγωγών
αιτιατική συμπαραγωγό συμπαραγωγούς
κλητική συμπαραγωγέ συμπαραγωγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπαραγωγός < συμπαραγωγή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siɱ.pa.ɾa.ɣɔ.ˈɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμπαραγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  • παραγωγός, συνήθως βιομηχανικός, κινηματογραφικός ή τηλεοπτικός, που συμβάλει ή συνεργάζεται με άλλους για τη παραγωγή ενός προϊόντος
οι συμπαραγωγοί της ταινίας, συμφώνησαν να αυξήσουν τον προϋπολογισμό


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]