Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμπεριληφθεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συμπεριληφθεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι
  3. θα συμπεριληφθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι