συμπιέζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπιέζω < αρχαία ελληνική συμπιέζω < σύν + πιέζω

Ρήμα[επεξεργασία]

συμπιέζω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]