συμπλοιοκτήτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμπλοιοκτήτης συμπλοιοκτήτες
γενική συμπλοιοκτήτη συμπλοιοκτητών
αιτιατική συμπλοιοκτήτη συμπλοιοκτήτες
κλητική συμπλοιοκτήτη συμπλοιοκτήτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπλοιοκτήτης < συν + πλοιοκτήτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμπλοιοκτήτης αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος): ο συνιδιοκτήτης πλοίου ή πλοίων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]