συμπολεμήσει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]συμπολεμήσει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπολεμώ
- θα συμπολεμήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμπολεμώ